ads

Λόγος στη γιορτή της Υπεραγίας Δέσποινάς μας Θεοτόκου όταν οδηγήθηκε από τους γονείς της στο Ναό.

Πολλές φορές «η ανάμνηση του δικαίου, που συνοδεύεται από εγκώμια», έγινε αφορμή να ελεγχθεί ο εγκωμιαστής, εάν έπεσε πολύ έξω από την αξία του εγκωμιαζόμενου -γιατί ο λόγος δεν εξισώνεται πάντοτε ούτε σ’ όλες τις περιπτώσεις με την πραγματικότητα. Για τη Δέσποινα όμως κάθε δικαίου, που είναι μητέρα του Θεού, του βασιλιά της δικαιοσύνης, πώς θα μπορέσω να μιλήσω έτσι, ώστε να αγγίξω έστω και λίγο ένα μέρος της πραγματικής άξιάς της, αφού έχω την πρόθεση να εγκωμιάσω τη μνήμη της Θεοτόκου;

Νομίζω πως αν υπήρχαν αγγελικά λόγια, που πραγματικά θα ήταν αγγελιοφόροι κά­ποιων μυστηρίων, ούτε αυτά θα μπορούσαν να φτάσουν τις χάρες της Θεομήτορος. Αυτήν, που η αγιοσύνη ξεπέρασε ολόκληρη την κτίση, κανένας λόγος κτιστού ανθρώπου δεν θα μπορούσε να την εξυμνήσει επάξια. Άραγε θα σωπάσουμε τελείως και θα αντιπαρέλθουμε ασυλλό­γιστα τη μητέρα του Λόγου, η οποία είναι για μας η αιτία της λογικής ζωής, ή θα μιλήσουμε μ’ όσες δυνάμεις έχουμε μακαρίζοντάς την σύμ­φωνα με την προφητεία και μ’ όλη μας τη δύναμη θα σεβαστούμε τα θαυμαστά έργα που έκανε; Μάλλον και μ’ αυτά θα δοξάσουμε το μεγα­λείο του απερίγραπτου Θεού, διακηρύττοντας το μέγεθος αυτών, που βέβαια και δεν κατανοούμε, συγχρόνως όμως θα αγιασθούμε και όσοι μιλάμε γι’ αυτά και όσοι τ’ ακούμε.[…]

Η είσοδος της Παναγίας στην παρούσα ζωή είναι στολισμένη πλούσια με τη θεία χάρη, ώστε και το τέλος που επρόκειτο να ακολουθήσει να είναι ανάλογο. Διαλέ­γεται λοιπόν αυτή, που επρόκειτο να εξυπηρετήσει αυτήν τη γέννα, στολισμένη με όλες τις αρετές, υπερέχοντας απ’ όλα τα κτίσματα, καταγόμενη από βασιλική φυλή, δηλαδή από τη φυλή Ιούδα, από γονείς με λαμπρή καταγωγή και με πιο λαμπρή ευσέβεια, όντας η ίδια θεόσδοτος καρπός στους γονείς της.

Προσέξτε όμως τις αποφάσεις του Θεού. Ήταν άμεμπτοι σ’ όλα τους στη ζωή, κινδύνευαν όμως να μη ξεφύγουν το όνειδος της ατεκνίας στη ζωή τους, είτε ήθελε ο Θεός να δοκιμάσει την πίστη τους, όπως ακριβώς έκανε με τον προπάτορα Αβραάμ (γιατί συνηθίζει ο Θεός να φορτώνει τους πιο δυνατούς με με­γαλύτερο βάρος, για να στεφανώνονται στο τέλος πιο λαμπρά για την πίστη τους και για να γίνονται παρηγοριά για τους κατοπινούς ανθρώπους), είτε γιατί ήθελε να δείξει σ’ αυτούς κάτι άλλο πιο μυστικό και πιο συμβολικό. Όμως εκείνοι, όπως και να το πούμε, σκίζονταν η καρδιά τους και με την ανάμνηση της ατεκνίας ταράζονταν πολύ. Ιδι­αίτερα τη μακαρία Άννα η ρομφαία της ατεκνίας της μάτωνε την καρ­διά -γιατί τί νομίζουμε πως είναι η γυναίκα; Είναι ένα ευαίσθητο ον, ευάλωτο στη λύπη και πολύ ευαίσθητο στη φιλοτιμία.

Τι κάνουν στη συνέχεια; Δεν καταφεύγουν σε γιατρούς, δεν κρεμάνε πάνω τους φυλακτά, δεν ψάχνουν για φάρμακο που βοηθάει την κύηση, δεν πηγαίνουν σε μάγους. Όλα αυτά είναι χαρακτηριστικά πραγματικά άρρωστων ανθρώπων, που τους έχει καταβροχθίσει τις ψυ­χές η απιστία και είναι δεμένοι με μυστικά δεσμά από τον πονηρό. Αυτοί στην πραγματικότητα δεν είναι σωστοί άνθρωποι, για να αφήσουν απογόνους στη ζωή τους.

Όμως εκείνοι δεν είναι τέτοιοι. Στρέ­φουν το βλέμμα τους προς τον Δημιουργό της κτίσης, αυτόν που δημι­ούργησε τους ανθρώπους και τους πολλαπλασίασε και ζωντάνεψε τη νεκρή μήτρα της Σάρρας, αρχίζουν να νηστεύουν και με τις προσευχές τους προσελκύουν τη θεϊκή αγαθότητα και φέρνουν στη μνήμη του όλα τα παλαιά θαύματα, αυτά που απήλαυσαν οι γυναίκες των πατριαρχών, η Σουμανίτις, η μητέρα του Σαμουήλ Άννα, δηλαδή «σπέρ­νουν και ευτυχισμένοι θερίζουν». Αυτοί λοιπόν που ήταν εξουθενωμέ­νοι, μεταβάλλονται και αποκτούν θυγατέρα, που τους ξεπερνάει στην αγιοσύνη και τη θεία χάρη, αφού κατοικεί σ’ εκείνη περισσότερο παρά σ’ αυτούς και διαμένει ο Θεός, ή καλύτερα μπορούμε να πούμε αναπαύ­εται. Σ’ αυτούς απλά κατοικεί μέσα τους ο Θεός, σύμφωνα με το ρητό που λέει· «Θα κατοικήσω ανάμεσά τους και θα πορεύομαι μαζί τους», ενώ της θυγατέρας τους ουσιαστικά γέμισε τη μήτρα.

Μήπως αυτοί περιφρόνησαν τη θεία χάρη; Μήπως μιμήθηκαν τους στείρους γονείς και έτσι κρατούσαν στο σπίτι τους τη θυγατέρα τους και με τρυφερότητα την ανέτρεφαν, ελπίζοντας να την έχουν βοη­θό στα γηρατειά τους, κληρονόμο τους και διάδοχο; Δεν θα ήταν πραγ­ματικοί γονείς της ούτε θα αξιώνονταν να την αποκτήσουν, αν θα σκέ­φτονταν μ’ αυτόν τον τρόπο. Με τη βοήθεια του αγίου Πνεύματος αποξενώνονται από κάθε σαρκική συμπεριφορά, δείχνουν ανώτερη στάση, δωρίζουν στον Θεό το καλό που τους δώρισε και αποδεικνύουν πως παραδέχονται ότι το καλό που κατέχουν προέρχεται από εκείνον και το επιστρέφουν σ’ αυτόν. Στον ναό προσφέρουν στον Δεσπότη αφιέρωμα ζωντανό που κινείται και στον οίκο του Θεού προστίθεται ωραιότητα και ο τόπος του ναού κληρώνεται σαν κατοικητήριο της δόξας -πράγ­μα που και ο Δαβίδ παραδέχεται ότι επιθυμεί, αλλά δεν αξιώνεται να το δει με τα μάτια του. Και ξεχνά η παιδούλα το πατρικό της σπίτι και οδηγείται στον βασιλιά, που επιθύμησε το κάλλος της.

Οδηγείται με τη θέλησή της, με τιμές και δόξα, με λαμπρή πομπή βγαίνει από το σπίτι της, ενώ όλοι χειροκροτούν εγκωμιαστικά την έξοδο. Συνοδεύουν τους γονείς της όλοι οι συγγενείς, οι γείτονες, οι φίλοι. Οι πατέρες συνοδεύουν χαρούμενα τον πατέρα κι οι μητέρες τη μητέρα, οι κοπέλες και οι νεαρές κρατώντας λαμπάδες συμπορεύο­νται με την κόρη του Θεού σαν ένας κύκλος αστεριών φωτεινών γύρω από τη σελήνη κι όλη η Ιερουσαλήμ μαθαίνει το γεγονός και παρακο­λουθεί την πρωτοφανή αυτή πομπή, δηλαδή ένα κοριτσάκι τριών ετών να περιστοιχίζεται με τόση δόξα, να τιμάται με τόση λαμπαδηφορία. Όταν έφτασαν στον ναό, τους περίμενε και τους χαιρετούσε με ψαλμωδίες όλη η ιερατική τάξη και ο ίδιος ο αρχιερέας συγκινούνταν από το θαύμα αυτό και μάλιστα περισσότερο από όλους, επειδή ήταν θεό­πνευστος.

Οι γονείς οδηγούν σ’ αυτόν την κόρη, του την εμπιστεύονται και διηγούνται τα σχετικά με τη στείρωση της Άννας και την υπόσχεση που έλαβαν σ’ αυτό το θέμα και γενικά παραδέχονται πως υπερβαίνει τις δυνάμεις τους η ανατροφή της κόρης. Επειδή ήταν πολύ αγαπητή από τον Θεό, έπρεπε και η ανατροφή της να είναι ανάλογη, ώστε ένα μαργαριτάρι τόσο λαμπρό και σπάνιο να μη ραφτεί πάνω σ’ ένα φτηνό και τιποτένιο ύφασμα, αλλά σ’ ένα βασιλικό ένδυμα, για να το στολί­σει και να το αναδείξει ιδιαίτερα.

Ο αρχιερέας εκείνη τη στιγμή μάλλον έπεσε σε έκσταση, καταλήφθηκε από το πνεύμα του Θεού και διέγνωσε ότι η κόρη είναι πραγμα­τικά κατοικητήριο θείας χάρης και ότι είναι αυτή περισσότερο άξια απ’ αυτόν να εμφανίζεται συνεχώς ενώπιον του Θεού. Ταίριαζε αυτό που ειπώθηκε και είχε βαθύ νόημα στον νόμο για την κιβωτό, ότι θα κατοικήσει στα Άγια των αγίων, γιατί αυτό ακριβώς αναφέρεται ολοφάνερα σ’ αυτήν την κόρη. Ο αρχιερέας χωρίς ενδοιασμούς και χωρίς φόβο τολμά κάτι δίκαιο, που ξεπερνά τον νόμο, μάλλον ξεπερνά τον ανθρώπινο νόμο καθώς και την ασάφεια του γράμματος του νόμου, γιατί ακολουθεί το άγιο Πνεύμα και οδηγεί και αποθέτει στα Άγια των αγίων αυτό το αφιέρωμα.

Δέχεται ο τόπος αυτός την κόρη, αυτός που κανείς άλλος άνθρωπος δεν τον είδε, που δεν τον πατούν ούτε οι ιερείς ούτε ο ίδιος ο αρχιερέας, παρά μια μόνο φορά τον χρόνο. Έπρεπε βέβαια να μην υπακούει δουλικά στη σπουδαιότητα του νόμου, αυτή που αγιάσθηκε με την καθαρότητά της περισσότερο από ολόκληρη τη φύση και δικαιώθηκε από τότε που ήταν στη μήτρα της μητέρας της, ενός νόμου που δεν θεσπίστηκε για τους δίκαιους, αλλά για τους αμαρτωλούς. Ο νόμος καθιερώθηκε για τις παραβάσεις και θεωρήθηκε παιδαγωγός για κείνους που χρειαζόταν διαπαιδαγώγηση. Σ’ αυτήν που ξεπερνούσε τους αγγέλους όχι ο νόμος, αλλά η χάρη του Θεού εκτελούσε τα τέλεια. Φανερώνει ο Θεός ότι του αρέσουν αυτά τα οποία συνέβησαν, γιατί χρησιμοποιεί σαν διάκονό της άγγελο για να αναθρέψει την αφιερωμένη και τρέφει με παράδοξο τρόπο αυτήν που θα τον γεννήσει και θα τον αναθρέψει, ώστε κανένα χαρακτηριστικό της να μη φαίνε­ται ότι είναι ανθρώπινο, αλλά όλα να φαίνονται ότι είναι θεϊκά.[…]

Αυτή είναι η σημερινή μας πανήγυρη, αυτό το γεγονός γιορτάζουμε σήμερα, την προσαγωγή της κόρης στον ναό και την εισαγωγή της στα Άγια των αγίων. Τί παράξενο γεγονός, τί παράξενο πράγμα ακούμε! Ένα μικρό κορίτσι να ζει στα άδυτα και αθέατα του Θεού. Ακόμη κι αν μόνο πατούσε στην αυλή του ναού, αυτό θα έδειχνε ξεκάθαρα την οικειότητα που θα είχε με τον Δεσπότη, αφού βέβαια το «να πατάει κανείς την αυλή μου δεν το επιτρέπω» ορίσθηκε από τον Θεό γι’ αυτούς που έρχονται σε ρήξη μ’ αυτόν. Ακόμη κι αν έβλεπε μόνο τα Άγια του ναού, κι αυτό θα ήταν μεγάλη απόδειξη παρρησίας προς τον Θεό. Ακόμη κι αν μια φορά τον χρόνο έμπαινε στα Άγια του ναού, κι αυτό θα ξεπερνούσε πάρα πολύ την ταπεινή θέση της γυναίκας.

Τώρα όμως περνώντας την αυλή, διασχίζοντας το δεύτερο χώρισμα και φτάνοντας στα Άγια των αγίων, ορίζεται να μένει συνεχώς μαζί με τον Θεό κι αυτό είναι ένας αρραβώνας μεταξύ της ανθρώπινης φύ­σης και της χάρης του Θεού, που εμφανίζεται αργότερα. Δείχνει μ’ αυτή της την ενέργεια η Θεοτόκος προφητικά σ’ εμάς και ανοίγει τον δρόμο σ’ όλο το ανθρώπινο γένος για την άνοδο και είσοδό του στα ουράνια και αληθινά Άγια των αγίων και έτσι μετά απ’ αυτό φαίνεται ότι καταργεί τον μωσαϊκό νόμο, ο οποίος επειδή δεν μπορούσε να μας δικαιώσει και να μας καθαρίσει από την αμαρτία, σχεδόν μας εμπόδιζε όλους να μετέχουμε σε κάθε μορφή αγιότητας.

Επρόκειτο βέβαια ο Χριστός με τη θεία χάρη να μας δικαιώσει όλους και «αφού με τον σταυρικό θάνατό του γκρέμισε ό,τι σαν τοίχος μας χώριζε και προκαλούσε έχθρα», άνοιξε για όλους τους ανθρώπους τις εισόδους, που ήταν προηγουμένως άβατες, και αφού μας αγίασε όλους και μας καθά­ρισε με νερό και άγιο Πνεύμα, μας δέχτηκε στα Άγια. Γι’ αυτό τώρα στον ναό υποδέχεται την Παρθένο. Και όσα συμβαίνουν τώρα στη Θε­οτόκο, μοιάζουν σαν να μας δίνει ο Θεός αξιόπιστα ενέχυρα για τη συμφιλίωση αργότερα ολόκληρου του ανθρώπινου γένους μαζί του.

Μικρό παιδί αφιερώνεται εξαιτίας της έλλειψης κακίας και εξαιτίας της ευθύτητάς του· «Γιατί η βασιλεία του Θεού ανήκει σε ανθρώπους που είναι σαν κι αυτά» και «βοηθάει ο Κύριος τους αθώους και βλέπει με ευμένεια τους ευθείς ανθρώπους». Μιλάμε για γυναίκα, που εξαιτίας της Εύας προήλθε η αμαρτία, ώστε «εκεί όπου πλεόνασε η αμαρτία, εκεί θα υπερπερισσεύσει η χάρη του Θεού». Και ενώ η γυναί­κα διώχτηκε από τον παράδεισο, θα προηγηθεί της φύσης της και θα εισέλθει στα Άγια των αγίων, θα είναι τριών ετών, γιατί έτσι συμβο­λίζεται η αγία Τριάδα, αυτή που αυξάνει την αγιότητα.

Τι σημαίνει η πομπή; Είναι η ελεύθερη διατύπωση της χάρης του Θεού, η οποία απλώθηκε σ’ ολόκληρη τη γη και δεν περιορίσθηκε σ’ ένα τόπο σύμ­φωνα με τη στενή αντίληψη του νόμου. Τι σημαίνει η παρουσία νέων κοριτσιών; Ψυχές του «καινούργιου ζυμαριού» του Θεού, που συμπο­ρεύονται μιμούμενες την Παρθένο. Μπορώ να διακρίνω κάποιον συμ­βολισμό στις λαμπάδες που κρατούν; Είναι το φως της ζωής, που λά­μπει για να δοξάζεται ο Θεός, είναι ο φωτισμός της γνώσης, αυτό που ανάβει και κρατιέται από δυνατά χέρια, κι όχι σαν να το κρατούν αποκαμωμένα χέρια και εγκαταλελειμμένο από κάθε δύναμη, όπως λέει ο θείος Δαβίδ, ότι και «το φως των οφθαλμών κι αυτό ακόμη σβήνει». Γιατί το άγιο Πνεύμα θα αποφύγει τον δόλο και δεν θα κατοικήσει σε σώμα καταχρεωμένο με πολλές αμαρτίες.[…]

Αυτά είναι τα κέρδη από μια πανήγυρη που γίνεται στο όνομα του Χριστού, έτσι οι Χριστιανοί ευχαριστούνται με τις γιορτές.

Είσαι παρθένος; Πρόσεξε τη δόξα της παρθενίας, που σε οδηγεί και που σε ανεβάζει και με ποιόν τρόπο σε τρέφει και με τι «να μη σαλευθεί το πόδι σου, μήτε να σβήσει η λαμπάδα σου», ούτε «να σε βρει ο θάνατος μπαίνοντας στο σπίτι σου από τα παράθυρα», ούτε να βεβηλώ­σεις το άγιο της αφθαρσίας, το οποίο δεν επιδέχεται καμιά ανάκληση. Γιατί ποιός αποκατέστησε την παρθενία του, έστω και αν λιώσει τις σάρκες του, έστω και αν διατηρήσει τον εαυτό του απρόσιτο στους ύπουλους λογισμούς;

Έχεις δεθεί με τα δεσμά του γάμου; Πρόσεξε να μην κατηγορήσεις τον γάμο ως αίτιο της απομακρύνσεώς σου από τον Θεό, να μη προφα­σιστείς ανόητα πράγματα. Ο Ιωακείμ και η Άννα ήταν παντρεμένοι, αλλά δεν ήταν μακριά από τον Θεό. Και το πιο παράδοξο, όταν απέ­κτησαν διάδοχο και προχώρησαν έτσι μπροστά, κράτησαν την άποψή τους ίδια για πάντα. Προσφέροντας τη θυγατέρα τους στον Θεό, έγιναν και καλούνται θεοπάτορες σαν ανταμοιβή. Επί πλέον πρόσεξε και λει­τούργησε σωστά μέσα στον γάμο, «δίνοντας στον αυτοκράτορα ό,τι του ανήκει, και στον Θεό ό,τι ανήκει στον Θεό». Αγάπα τη σύζυγό σου σαν να είναι η σάρκα σου -«κανείς ποτέ δεν μίσησε το ίδιο του το σώμα»- και μη ρίχνεις το βλέμμα σου έξω από το σπίτι σου.

«Πίνε νερό από το πηγάδι σου», γιατί είναι πολύ στενά τα ξένα πηγάδια «και φέρνουν θλίψη στη σάρκα» σύμφωνα με τον νόμο. Ανάτρεφε τα παιδιά σου «με αγωγή και συμβουλές, που εμπνέονται από την πίστη στον Κύριο» και να φοβάσαι την καταδίκη του αρχιερέα Ηλεί. Αγιάσθηκες με τον γάμο, αλλά και αγίασες τον γάμο και έγινες επιτηδειότατος και μεταχειρίστηκες τις κοσμικές υποθέσεις σύμφωνα με τον νόμο του Θεού και απέδειξες την αλήθεια που λέει η Γραφή ότι «ο Κύριος ενώνει τη γυναίκα με τον άνδρα», ένα ταίριασμα πραγματικά ωραίο και στεφανωμένο από τον Θεό, ο οποίος τα πάντα λογικά συνταιριάζει.

Έτσι γιορτάζουμε, αδελφοί, μακάρι έτσι να γιορτάζουμε πάντοτε, για να αξιωθούμε να εισέλθουμε στην πιο τέλεια είσοδο, στα Άγια των αγίων, παρθένες ψυχές, καθαρές από κάθε κακό -αυτήν θεωρώ πραγματική παρθενία μ’ αυτά που γράφω-, να κρατά η ψυχή μας λαμπρές τις λαμπάδες που καίνε το έλαιο της φιλανθρωπίας, να εισέλθουμε εκεί «όπου μπήκε πριν από μας και για χάρη μας ο Χρι­στός», έχοντας για βοηθό μας αυτήν την ίδια τη Θεοτόκο και στις προθέσεις μας και στις πράξεις μας. Αυτή μας αξίωσε να δεχτούμε τόσες χάρες της και η οποία τώρα με τη γιορτή της μας αγιάζει, και τότε μας αξίωσε να νιώσουμε το κάλλος της πανάγιας και αΐδιας Τριάδας, του Πατρός, του Υιού και του αγίου Πνεύματος, του μονα­δικού Θεού, στον οποίο ανήκει κάθε δόξα, τιμή και προσκύνηση, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

Θεοφύλακτος Αχρίδος
(Δημητρίου Γ. Τσάμη, Θεομητορικόν, τ. Β΄, σ. 51-69)

Αφήστε το σχόλιο σας

Please enter your comment!
Please enter your name here